Μετάφραση του "mobil" σε Ελληνικά

Οι κινητός, ακατάστατος, ζωηρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mobil" σε Ελληνικά.

mobil adjective γραμματική

unter Dampf stehen (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κινητός

    adjective masculine

    fest auf ein Straßenfahrgestell montierte mobile Pumpen oder Pumpstationen,

    αντλίες ή κινητά αντλητικά συγκροτήματα μονίμως εγκατεστημένα σε πλαίσιο οδικού οχήματος·

  • ακατάστατος

    adjective
  • ζωηρός

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κινητικός
    • φορητός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mobil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Mobil noun neuter
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κινητό

    Mobiles chemisches und radiologisches Feldlaboratorium.

    Κινητό επιτόπιο χημικό και ακτινολογικό εργαστήριο.

  • Για κινητά

Φράσεις παρόμοιες με "mobil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mobil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη