Μετάφραση του "monolog" σε Ελληνικά
Το μονόλογος είναι η μετάφραση του "monolog" σε Ελληνικά.
Monolog
noun
masculine
γραμματική
Teil eines Theaterstücks, in dem eine Figur allein spricht.
-
μονόλογος
Noun masculineΕπικοινωνιακό γεγονός με έναν μόνο συμμετέχοντα
Pluralistisch bedeutet, dass viele sprechen, und Monolog bedeutet, dass einer spricht.
Πληθυντικός σημαίνει ότι μιλάμε πολλοί και μονόλογος σημαίνει ότι μιλάει ένας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " monolog " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "monolog" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εσωτερικός μονόλογος
-
μονολογώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη