Μετάφραση του "morden" σε Ελληνικά
Το δολοφονώ είναι η μετάφραση του "morden" σε Ελληνικά.
morden
Verb
γραμματική
Einen anderen Menschen ungesetzlich und absichtlich töten.
-
δολοφονώ
verbSie kamen ins Land, brannten es nieder, vergewaltigten, mordeten und plünderten.
Ήρθαν στη χώρα μας πριν ένα αιώνα, έκαψαν, βίασαν, δολοφόνησαν και λεηλάτησαν.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " morden " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "morden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ο τέλειος φόνος
-
ανθρωποκτονία · δολοφονία · θανάτωση · μαρτύριο · φονικό · φόνος
-
την ημέρα της δολοφονίας
-
πολιτική δολοφονία
-
εν ψυχρώ δολοφονία
-
απόπειρα ανθρωποκτονίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη