Μετάφραση του "muss" σε Ελληνικά

Οι πρέπει, must, αναγκαιότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "muss" σε Ελληνικά.

muss verb
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρέπει

    verb

    Es scheint, dass Mary nicht verstand, warum sie es tun musste.

    Φαίνεται, ότι η Mary δεν καταλαβαίνει γιατί έπρεπε να το κάνει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " muss " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Muss noun neuter γραμματική

nicht (mehr) wegzudenken

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • must

    Abduls Bruder muss ihn zurück ins Land geholt haben, um Mulrow zu schnappen.

    Ο αδελφός must Αμπντούλ έχουν τον έφερε πίσω στη χώρα να αδράξετε Mulrow.

  • αναγκαιότητα

    noun feminine

    Zur Gewährleistung der Versorgungssicherheit ist die Diversifizierung ein Muss

    Όσον αφορά την ασφάλεια του εφοδιασμού, η διαφοροποίηση είναι μία αναγκαιότητα

  • υποχρέωση

    noun feminine

    Aber jetzt wo wir die Wahrheit wissen, müssen wir unsere pflicht erfüllen.

    Αλλά τώρα που ξέρουμε την αλήθεια... έχουμε την υποχρέωση να την ακολουθήσουμε εκεί που οδηγεί.

Φράσεις παρόμοιες με "muss" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "muss" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη