Μετάφραση του "neigen" σε Ελληνικά

Οι ρέπω, κλίνω, γέρνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "neigen" σε Ελληνικά.

neigen verb γραμματική

stehen auf (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρέπω

    verb
  • κλίνω

    verb

    Daher neige ich dazu, mich der Stimme zu enthalten.

    Συνεπώς, κλίνω υπέρ της αποχής από την ψηφοφορία.

  • γέρνω

    verb

    In die Richtung, in die er geneigt ist.

    Ένα δέντρο πέφτει προς τα εκεί που γέρνει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποκλίνω
    • λυγίζω
    • στρέβλωση
    • τείνει προς
    • τείνω
    • περικοπή
    • κεκλιμένο επίπεδο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " neigen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Neigen noun feminine γραμματική

des Glücks

+ Προσθήκη

"Neigen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Neigen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "neigen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "neigen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη