Μετάφραση του "netto" σε Ελληνικά

Οι καθαρά, καθάρο κέρδος, καθαρό ποσό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "netto" σε Ελληνικά.

netto
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθαρά

    adjective

    Die antizipativen Aktiva (netto) setzen sich hauptsächlich aus Abgrenzungen für den Jahresabschluss zusammen.

    Τα καθαρά δεδουλευμένα έσοδα συνίστανται κυρίως σε καταληκτικές πράξεις στο τέλος του έτους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " netto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Netto
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθάρο κέρδος

    masculine
  • καθαρό ποσό

    bereinigter Wert

    Europol zu verurteilen, ihm Schadenersatz bis zu einem Betrag von netto 5 000 Euro zu leisten;

    να υποχρεώσει την Europol να καταβάλει στον προσφεύγοντα-ενάγοντα ως αποζημίωση το καθαρό ποσό των 5 000 ευρώ και

Φράσεις παρόμοιες με "netto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καθαρός · νέτος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "netto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη