Μετάφραση του "neutral" σε Ελληνικά
Το ουδέτερος είναι η μετάφραση του "neutral" σε Ελληνικά.
neutral
adjective
γραμματική
Dem grammatischen Geschlecht Neutrum angehörend.
-
ουδέτερος
adjective masculineDem grammatischen Geschlecht Neutrum angehörend.
Jeder bestimmt einen Schlichter, der dritte ist neutral.
Επιλέγουμε έναv από τους διαιτητές, εσείς τον άλλον, και ο τρίτος θα είναι ουδέτερος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " neutral " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "neutral" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ουδέτερο στοιχείο
-
ουδέτερο διάλυμα
-
ουδέτερος
-
Ουδέτερο στοιχείο
-
ουδέτερο μόριο
-
ουδέτερο άλας
-
ουδέτερος
-
ουδέτερος χαρακτήρας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη