Μετάφραση του "nippel" σε Ελληνικά

Οι ρώγα, θηλή, μαστός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nippel" σε Ελληνικά.

Nippel noun Noun masculine γραμματική

Nippel (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρώγα

    noun feminine

    Erhebung auf der Brust, aus der Milch kommt um Nachwuchs zu ernähren.

  • θηλή

    noun feminine
  • μαστός

    noun
  • θήλη

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nippel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "nippel"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nippel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη