Μετάφραση του "nur" σε Ελληνικά

Οι μόνο, αποκλειστικά, απλώς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nur" σε Ελληνικά.

nur conjunction adverb

nur (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μόνο

    adverb neuter

    Seitdem er weg ist, hat er mir nur einmal geschrieben.

    Aπό τότε που έφυγε, μου έγραψε μόνο μια φορά.

  • αποκλειστικά

    Sie sind nur für die zuständigen Verwaltungsbehörden und den Antragsteller bestimmt.

    Η διαβίβασή τους περιορίζεται αποκλειστικά στις αρμόδιες υπηρεσίες και τον αιτούντα.

  • απλώς

    adverb

    Vielleicht wollte Tom dir nur helfen.

    Ίσως, ο Τομ απλώς προσπαθούσε να σε βοηθήσει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • όσο πιο
    • μονάχα
    • εξ ολοκλήρου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "nur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη