Μετάφραση του "nutzen" σε Ελληνικά
Οι όφελος, ωφελώ, χρήση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nutzen" σε Ελληνικά.
Gebrauch machen (von) [..]
-
όφελος
noun neuterIhr Vorschlag hat keinen praktischen Nutzen.
Η πρότασή σας δεν έχει κανένα πρακτικό όφελος.
-
ωφελώ
verbWenn wir warten, bis der Markt total am Boden liegt, dann nutzt das auch niemandem.
Aν περιμένουμε μέχρις ότου ησυχάσει τελείως η αγορά, τότε αυτό δεν θα ωφελήσει κανένα.
-
χρήση
noun feminineSie könnten auch ganz darauf verzichten, ihre Felder zu nutzen.
Θα μπορούσαν ακόμη να απέχουν πλήρως από τη χρήση των αγρών τους.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εκμεταλλεύομαι
- χρησιμεύω
- χρησιμοποιώ
- ωφέλημα
- επωφελούμαι
- καταναλώνω
- ανάλωση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " nutzen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Benefit (fachsprachlich)
-
κέρδος
noun neuterSie kopieren ihre etablierte Marke zum eigenen Nutzen.
Είσαι ενεργά αντιγραφή καθιερωμένο εμπορικό σήμα τους για το δικό σας κέρδος.
-
όφελος
noun neuterIhr Vorschlag hat keinen praktischen Nutzen.
Η πρότασή σας δεν έχει κανένα πρακτικό όφελος.
-
χρησιμότητα
noun feminineDie Definition der positiven Anforderungen im vorgenannten Sinne wäre daher für den vorliegenden Fall ohne Nutzen.
Ο ορισμός των θετικών προϋποθέσεων, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν θα είχε επομένως καμία χρησιμότητα εν προκειμένω.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ωφέλεια
- πλεονέκτημα
- συμφέρον
- ωφέλημα
Φράσεις παρόμοιες με "nutzen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χρησιμοποιώ το χρόνο
-
ανάλυση κόστους-οφέλους · ανάλυση κόστους-ωφέλειας
-
κόστος-ωφέλεια
-
ανάλυση κινδύνου-οφέλους
-
απολαμβάνω
-
σχέση κόστους-ωφέλειας