Μετάφραση του "nutzlos" σε Ελληνικά

Οι άχρηστος, άσκοπος, αλυσιτελής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nutzlos" σε Ελληνικά.

nutzlos adjective γραμματική

entbehrenswert (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άχρηστος

    adjective masculine

    Mein Freund ist nutzlos.

    Το αγόρι μου είναι άχρηστος.

  • άσκοπος

  • αλυσιτελής

    Adjective

    Wut ist nutzlos und unproduktiv.

    Ο θυμός... είναι αλυσιτελής και άγονος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανώφελος
    • μάταιος
    • σκάρτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nutzlos " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nutzlos" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη