Μετάφραση του "obrigkeit" σε Ελληνικά
Το εξουσία είναι η μετάφραση του "obrigkeit" σε Ελληνικά.
Obrigkeit
noun
Noun
feminine
γραμματική
Wasserkopf (abwertend) (umgangssprachlich)
-
εξουσία
nounEr erschwert es uns, uns der Obrigkeit zu unterziehen und mit unseren Mitmenschen zusammenzuarbeiten.
Καθιστά την υποταγή στην εξουσία οχληρή και τη συνεργασία με τους συνανθρώπους δύσκολη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " obrigkeit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη