Μετάφραση του "offen" σε Ελληνικά
Οι ανοιχτός, ανοικτός, ειλικρινής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "offen" σε Ελληνικά.
offen
adjective
γραμματική
gradheraus (umgangssprachlich) [..]
-
ανοιχτός
adjective masculineWenn ich das gut mache, stehen mir alle Türen offen.
Αν πετύχω στην αποστολή, ο δρόμος είναι ανοιχτός.
-
ανοικτός
adjectiveDas heißt also, man muß offen und bereit sein.
Aυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να είναι ανοικτός και πρόθυμος.
-
ειλικρινής
adjective m;fSo offen und ehrlich, wie er es dir gegenüber ist.
Θα φανώ τόσο δίκαιος και ειλικρινής μαζί του, όσο κι εκείνος μαζί σου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανοίγω
- αναφανδόν
- ανοιγμένος
- απροκάλυπτος
- ελεύθερος
- ευθέως
- ομόρρυθμος
- χύμα
- ευθύς
- έντιμος
- ανοιχτά
- ανοιχτή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " offen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Offen
Schildaufschrift
-
Τα ανοικτά στοιχεία μου
Εικόνες με "offen"
Φράσεις παρόμοιες με "offen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παίζω με ανοιχτά χαρτιά
-
μισάνοιχτος
-
ομόρρυθμη εταιρεία
-
ορθάνοιχτος
-
εμφάνιση ανοικτού
-
ανοικτό σύνολο
-
με ανοιχτή αγκαλιά
-
ανοιχτή θάλασσα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη