Μετάφραση του "omnivor" σε Ελληνικά

Το παμφάγος είναι η μετάφραση του "omnivor" σε Ελληνικά.

omnivor

Die Fähigkeit habend sowohl tierische als auch pflanzliche Nahrung zu essen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παμφάγος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " omnivor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "omnivor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη