Μετάφραση του "omnivor" σε Ελληνικά
Το παμφάγος είναι η μετάφραση του "omnivor" σε Ελληνικά.
omnivor
Die Fähigkeit habend sowohl tierische als auch pflanzliche Nahrung zu essen.
-
παμφάγος
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " omnivor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη