Μετάφραση του "orientiert" σε Ελληνικά
Το προσανατολισμένος είναι η μετάφραση του "orientiert" σε Ελληνικά.
orientiert
adjective
verb
γραμματική
orientiert (sein)
-
προσανατολισμένος
Denke wie folgt: „Habe ich mich selbst richtig orientiert?
Σκεφθήτε: Είμαι καλά προσανατολισμένος;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " orientiert " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "orientiert" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προσανατολίζω
-
ενημερώνομαι · προσανατολίζομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη