Μετάφραση του "orthodox" σε Ελληνικά
Οι ορθόδοξος, ορθόδοξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "orthodox" σε Ελληνικά.
orthodox
adjective
γραμματική
-
ορθόδοξος
adjective masculineDie slawische und orthodoxe Welt zieht sich zurück, obwohl sie eigentlich einen wesentlichen Bestandteil des Kontinentaleuropas bilden sollte, das wir heute aufbauen müssen.
Ο σλαβικός και ορθόδοξος κόσμος απομακρύνεται, ενώ πρέπει να αποτελεί σημαντική συνιστώσα της ηπειρωτικής Ευρώπης που πρέπει σήμερα να οικοδομήσουμε.
-
ορθόδοξη
noun adjective feminineEine zu orthodoxe Währungspolitik kann leicht sogar bis zur Stagnation, zum Stillstand des Wachstums führen.
Μια υπερβολικά ορθόδοξη νομισματική πολιτική μπορεί εύκολα να έχει ως επακόλουθο ακόμα και τη στασιμότητα, τη διακοπή της ανάπτυξης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " orthodox " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "orthodox" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αρχιεπισκοπή Αχρίδος
-
Άγιος Νικόλαος Νέας Υόρκης
-
Ορθόδοξη Εκκλησία · ορθοδοξία · ορθόδοξη εκκλησία
-
Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία
-
Πατριαρχείο Αντιοχείας
-
Ορθόδοξη Εκκλησία
-
ορθόδοξος
-
Εκκλησία της Κύπρου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη