Μετάφραση του "orthodox" σε Ελληνικά

Οι ορθόδοξος, ορθόδοξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "orthodox" σε Ελληνικά.

orthodox adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ορθόδοξος

    adjective masculine

    Die slawische und orthodoxe Welt zieht sich zurück, obwohl sie eigentlich einen wesentlichen Bestandteil des Kontinentaleuropas bilden sollte, das wir heute aufbauen müssen.

    Ο σλαβικός και ορθόδοξος κόσμος απομακρύνεται, ενώ πρέπει να αποτελεί σημαντική συνιστώσα της ηπειρωτικής Ευρώπης που πρέπει σήμερα να οικοδομήσουμε.

  • ορθόδοξη

    noun adjective feminine

    Eine zu orthodoxe Währungspolitik kann leicht sogar bis zur Stagnation, zum Stillstand des Wachstums führen.

    Μια υπερβολικά ορθόδοξη νομισματική πολιτική μπορεί εύκολα να έχει ως επακόλουθο ακόμα και τη στασιμότητα, τη διακοπή της ανάπτυξης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " orthodox " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "orthodox" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "orthodox" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη