Μετάφραση του "pausenlos" σε Ελληνικά

Οι ασταμάτητος, συνεχής, αδιάκοπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pausenlos" σε Ελληνικά.

pausenlos adjective γραμματική

in einer Tour (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασταμάτητος

    adjective
  • συνεχής

    adjective m;f

    Χωρίς διακοπή.

    Aber hier wird es pausenlos läuten.

    'σε που θα υπάρχει εδώ κι αυτό το συνεχές καμπανάκι.

  • αδιάκοπος

    adjective masculine

    Χωρίς διακοπή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακατάπαυστος
    • αδιάκοπα
    • χωρίς ανάπαυση
    • χωρίς ανάσα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pausenlos " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pausenlos
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασταμάτητα

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pausenlos" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη