Μετάφραση του "peinigen" σε Ελληνικά
Οι βασανίζω, ταλαιπωρώ, τραυματίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "peinigen" σε Ελληνικά.
peinigen
verb
γραμματική
torquieren (veraltet) [..]
-
βασανίζω
verbWenn sie nicht aktiv sind und ihr Opfer nicht peinigen, halten sie sich untätig im Körper verborgen.
Όταν δεν βασανίζουν τα θύματα τους παραμένουν σε αδράνεια στο σώμα.
-
ταλαιπωρώ
Verb -
τραυματίζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " peinigen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη