Μετάφραση του "perfektionieren" σε Ελληνικά

Το τελειοποιώ είναι η μετάφραση του "perfektionieren" σε Ελληνικά.

perfektionieren verb γραμματική

(etwas) auf Hochglanz polieren (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τελειοποιώ

    Ich benutze jeden Moment, um mein Handwerk zu perfektionieren.

    Όποτε βρίσκω χρόνο να τελειοποιώ το σχέδιό μου το κάνω.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perfektionieren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "perfektionieren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perfektionieren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη