Μετάφραση του "periodisch" σε Ελληνικά

Οι περιοδικός, κυκλικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "periodisch" σε Ελληνικά.

periodisch adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιοδικός

    adjective masculine

    Die periodische Aufzinsung ist erfolgswirksam als Finanzierungsaufwand zu erfassen, wenn sie anfällt.

    Η περιοδική αναστροφή της προεξόφλησης θα αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα ως χρηματοοικονομικό κόστος όταν πραγματοποιείται.

  • κυκλικός

    adjective masculine

    Eine systemische und periodische Selbstevaluierung unterstützt die Schulen effektiv dabei, festzustellen, in welche Richtung der Wandel gehen soll.

    Η συστημική και η κυκλική αυτοαξιολόγηση βοηθούν αποτελεσματικά τα σχολεία να προσδιορίσουν κατευθύνσεις για αλλαγή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " periodisch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "periodisch" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "periodisch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη