Μετάφραση του "permanent" σε Ελληνικά

Οι συνεχής, μόνιμος, αδιάκοπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "permanent" σε Ελληνικά.

permanent adjective adverb γραμματική

Schlag auf Schlag (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνεχής

    adjective masculine

    Χωρίς διακοπή.

    Ich will, dass er in ein Zimmer eingeschlossen und permanent überwacht wird.

    Βάλε τον σε ένα κλειδωμένο δωμάτιο, με συνεχή παρακολούθηση.

  • μόνιμος

    adjective

    Selbstmord soll die permanente Lösung eines vorübergehenden Problems sein.

    Λένε ότι η αυτοκτονία είναι η μόνιμη λύση στα προσωρινά προβλήματα.

  • αδιάκοπος

    adjective masculine

    Χωρίς διακοπή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " permanent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "permanent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "permanent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη