Μετάφραση του "pfropfen" σε Ελληνικά

Οι εμβολιάζω, μπολιάζω, φελλός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pfropfen" σε Ελληνικά.

pfropfen verb γραμματική

proppen (norddeutsch)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμβολιάζω

    Verb verb

    Name, Anschrift und Standort der Betriebe gemäß Nummer 7, in denen die Augen gepfropft und die Pflanzen gelagert werden.

    τις ονομασίες, τις διευθύνσεις και τους τόπους των εγκαταστάσεων που αναφέρονται στο σημείο 7 και στις οποίες πρόκειται να εμβολιαστούν και να αποθηκευτούν οι οφθαλμοί.

  • μπολιάζω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pfropfen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pfropfen noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φελλός

    noun masculine
  • Μπόλιασμα

    Vegetative Pflanzenvermehrung, meist in Obstbau & Landwirtschaft

    d) die dazu bestimmt sind, in Betrieben gemäß Nummer 7 auf in der Gemeinschaft erzeugte Unterlagen gepfropft zu werden.

    δ) προορίζονται για μπόλιασμα στην Κοινότητα σε εγκαταστάσεις που αναφέρονται στο σημείο 7, με ριζώματα που παράγονται στην Κοινότητα.

  • επιστόμιο

    Noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θρόμβος
    • μπόλιασμα
    • πώμα
    • τάπα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pfropfen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη