Μετάφραση του "pinguin" σε Ελληνικά

Οι πιγκουίνος, πινγκουίνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pinguin" σε Ελληνικά.

Pinguin noun masculine γραμματική

Pinguin (ironisch) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιγκουίνος

    noun masculine

    Ein Pinguin ist ein Vogel, der nicht fliegen kann.

    Ο πιγκουίνος είναι πουλί που δεν μπορεί να πετάξει.

  • πινγκουίνος

    Flugunfähiger Wasservogel, der fast ausschließlich in der südlichen Hemisphäre lebt.

    Hier geht ein Pinguin an die Kante, um zu erkunden,

    Εδώ ένας πινγκουίνος πάει στην παρυφή και προσπαθεί

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pinguin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "pinguin"

Φράσεις παρόμοιες με "pinguin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pinguin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη