Μετάφραση του "planen" σε Ελληνικά

Οι σχεδιάζω, προγραμματίζω, σκοπεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "planen" σε Ελληνικά.

planen verb γραμματική

ins Auge fassen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σχεδιάζω

    verb

    Es gibt keine Rechtfertigung für das, was du planst.

    Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για αυτό που σχεδιάζεις.

  • προγραμματίζω

    verb

    Ian plante alles sehr sorgfältig, also bin ich sicher, dass alles, was er tat, dort sein sollte.

    Ian ήταν πολύ προγραμματιστεί, οπότε είμαι σίγουρος ό, τι ότι το έκανε θα έπρεπε να είναι εκεί.

  • σκοπεύω

    verb

    Wo er plant hinzugehen, wie er plant dort hinzugelangen.

    Πού σκοπεύει να πάει, πώς θα πάει εκεί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μελετώ
    • χρονοδιάγραμμα
    • προμελετώ
    • κατάστρωση χρονοδιαγράμματος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " planen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Planen noun Noun feminine neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προγραμματισμός

    noun masculine

    Bis vor kurzem wurde allerdings auf Jahresbasis geplant.

    Μέχρι πρόσφατα ο προγραμματισμός γινόταν σε ετήσια βάση.

Φράσεις παρόμοιες με "planen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Γη
  • κουκούλα · μουσαμάς
  • επίπεδος
  • Σχέδιο Ανάν
  • σχεδιαζόμενος
  • Σχέδιο του Κολόμπο
  • Πλανήτης · πλανήτη · πλανήτης
  • διάγραμμα · δρομολόγιο · κουβέντα · λόγος · πλάνο · πρόγραμμα · σκηνή · σχέδιο · σχεδίασμα · σχεδιάγραμμα · χάρτης · χρονοδιάγραμμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "planen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη