Μετάφραση του "pleite" σε Ελληνικά

Οι μπατίρης, χρεωκοπημένος, αποτυχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pleite" σε Ελληνικά.

pleite adjective γραμματική

Kein Geld haben. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπατίρης

    Als er zum Park kam, war er pleite.

    Κοιτάξτε, όταν ο Ρόμπερτ ήρθε στο πάρκο, ήταν μπατίρης.

  • χρεωκοπημένος

    Adjective

    Erstens möchte ich Sie wissen lassen, dass ich weiß, dass Sie fast pleite sind.

    Πρώτα, θέλω να γνωρίζετε ότι ξέρω πως είστε σχεδόν χρεωκοπημένος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pleite " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pleite noun feminine γραμματική

Bauchlandung (fig.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποτυχία

    noun

    Ich kann euch nicht sagen, wie oft ich dabei schon Pleite gegangen bin.

    Δεν μπορώ να σου πω πόσες φορές στην ζωή μου πάω σε αποτυχία.

  • χρεωκοπία

    noun

    Die Träger der Sozialversicherung befinden sich an der Schwelle einer katastrophalen Pleite.

    Οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης βρίσκονται στο κατώφλι μιας καταστροφικής χρεωκοπίας.

Φράσεις παρόμοιες με "pleite" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pleite" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη