Μετάφραση του "posten" σε Ελληνικά

Οι καταχώρηση, θέση, κονδύλι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "posten" σε Ελληνικά.

posten verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταχώρηση

    noun feminine

    Der Ansatz eines Postens als immateriellen Vermögenswert verlangt von einem Unternehmen, dass dieser Posten:

    Η καταχώρηση ενός στοιχείου ως άϋλου περιουσιακού στοιχείου απαιτεί όπως μία επιχείρηση αποδεικνύει ότι το στοιχείο πληρεί:

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " posten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Posten noun masculine γραμματική

Band, an dem ein Beamter sein Siegel trug [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • θέση

    noun feminine

    Die Ausnahmen für die einzelnen Posten werden nachstehend erläutert.

    Τα σχόλια που ακολουθούν εξηγούν τις εξαιρέσεις αυτές για κάθε αντίστοιχη θέση του προϋπολογισμού.

  • κονδύλι

    Darüber hinaus sieht die Kommission in ihrem Finanzbogen keinen Posten für die private Lagerhaltung vor.

    Εκτός αυτού η Επιτροπή δεν προβλέπει στο δημοσιονομικό της δελτίο κανένα κονδύλι για ιδιωτική αποθήκευση.

  • πάγιο

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παρτίδα
    • ποσό
    • ποσότητα
    • πόστο
    • φρουρός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "posten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη