Μετάφραση του "potenz" σε Ελληνικά
Οι δύναμη, Ύψωση σε δύναμη, ικανότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "potenz" σε Ελληνικά.
Potenz
noun
Noun
feminine
γραμματική
Mannbarkeit (veraltend)
-
δύναμη
noun feminineExponenten und Potenzen, negative und Bruchexponenten;
Δείκτες και ύψωση σε δύναμη, αρνητικοί και κλασματικοί δείκτες.
-
Ύψωση σε δύναμη
mathematische Operation
Exponenten und Potenzen, negative und Bruchexponenten;
Δείκτες και ύψωση σε δύναμη, αρνητικοί και κλασματικοί δείκτες.
-
ικανότητα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " potenz " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη