Μετάφραση του "privat" σε Ελληνικά

Οι ιδιωτικός, ιδιαίτερος, προσωπικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "privat" σε Ελληνικά.

privat adjective γραμματική

Gedacht lediglich als ein Geheimnis eines bestimmten Personenkreises; nicht für die Öffentlichkeit bestimmt. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιωτικός

    adjective masculine

    Vergleichswebsites können sowohl von privaten Anbietern als auch von staatlichen Stellen betrieben werden.

    Τους δικτυακούς τόπους σύγκρισης μπορεί να διαχειρίζεται είτε ιδιωτικός φορέας είτε δημόσια αρχή.

  • ιδιαίτερος

    adjective
  • προσωπικός

    Adjective

    Ich habe dich nicht gebeten, mein privater Krankengymnast zu werden.

    Δεν θυμάμαι να σου ζήτησα να γίνεις ο προσωπικός μου φυσιοθεραπευτής.

  • απόμερος

    Adjective

    Wenn er privat ist, schätzen sie Kontrolle.

    Αν είναι απόμερος, είναι οπαδοί του ελέγχου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " privat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Privat
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Προσωπικό

    Sagen Sie ihm, es ist was Privates dazwischen gekommen.

    Πες του ότι προέκυψε κάτι προσωπικό στο σπίτι.

  • Βασική

    Kerngeschäft von NR ist die Gewährung privater Hypothekendarlehen.

    Βασική δραστηριότητα της NR είναι ο ενυπόθηκος στεγαστικός δανεισμός.

  • Οικία

    Telefonnummern (Privat, Büro, Mobiltelefon),

    Αριθμοί τηλεφώνου (οικία, γραφείο και κινητό τηλέφωνο)

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Αρχική
    • Αρχική σελίδα
    • Κεντρική

Φράσεις παρόμοιες με "privat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "privat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη