Μετάφραση του "pumpen" σε Ελληνικά

Οι αντλώ, δανείζομαι, δανείζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pumpen" σε Ελληνικά.

pumpen verb γραμματική

pumpen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντλώ

    verb

    pumpe sie durch durch den Wärmetauscher,

    την αντλώ μέσω του μηχανισμού εναλλαγής θερμότητας,

  • δανείζομαι

    verb

    Vielleicht solltest du Leuten wie ihm keine Drogen pumpen.

    Τότε ίσως δεν πρέπει να δανείζεις ναρκωτικά στον κόσμο.

  • δανείζω

    verb

    Vielleicht solltest du Leuten wie ihm keine Drogen pumpen.

    Τότε ίσως δεν πρέπει να δανείζεις ναρκωτικά στον κόσμο.

  • τρομπάρω

    Ich werde nicht ihr Herz pumpen.

    Δεν θα τρομπάρω την καρδιά της!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pumpen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pumpen noun
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άντληση

    Noun

    U = Unbeladen – Pumpen von Öl ohne benötigten Lenkdruck

    U = Χωρίς φορτίο – άντληση λαδιού χωρίς ζήτηση πίεσης από το σύστημα διεύθυνσης

Φράσεις παρόμοιες με "pumpen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pumpen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη