Μετάφραση του "qualvoll" σε Ελληνικά
Το βασανιστικός είναι η μετάφραση του "qualvoll" σε Ελληνικά.
qualvoll
adjective
γραμματική
-
βασανιστικός
adjectiveEs brannte – ich hatte entsetzliche, qualvolle Schmerzen.
Και είχα πάρει φωτιά -- βασανιστικός, βασανιστικός πόνος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " qualvoll " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη