Μετάφραση του "quer" σε Ελληνικά

Οι εγκάρσια, εγκάρσιος, κάθετα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "quer" σε Ελληνικά.

quer adjective adverb γραμματική

schepp (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγκάρσια

    adverb

    Die Treppen dürfen nicht quer zum Schiff verlaufen.

    Η σκάλα να μην τοποθετείται εγκάρσια στο πλοίο.

  • εγκάρσιος

    adjective
  • κάθετα

    adjective adverb

    Man soll längs schneiden, nicht quer.

    Πρέπει να κόψεις κάθετα, όχι οριζόντια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δια μέσου
    • κατά πλάτος
    • πλάγια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " quer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "quer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "quer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη