Μετάφραση του "reduktion" σε Ελληνικά

Οι αναγωγή, μείωση, χημική αναγωγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reduktion" σε Ελληνικά.

Reduktion noun Noun feminine γραμματική

Dekreszenz (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναγωγή

    noun feminine

    Sie stellt einen wesentlichen Einsatzstoff für die chemische Reduktion des Eisenerzes dar.

    Συνιστά απαραίτητο στοιχείο για τη χημική αναγωγή του σιδηρομεταλλεύματος.

  • μείωση

    noun feminine

    Darüber hinaus wurden weitere länderspezifische Empfehlungen im Zusammenhang mit der Reduktion der THG-Emissionen angenommen.

    Άλλες ειδικές ανά χώρα συστάσεις σχετικά με την μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου έχουν επίσης εγκριθεί.

  • χημική αναγωγή

    Er habe nicht der chemischen Reduktion von Eisenerz gedient.

    Η ηλεκτρική ενέργεια δεν προκάλεσε χημική αναγωγή σιδηρομεταλλεύματος.

  • ελάττωση

    noun feminine

    Falls die Symptome nach einer Reduktion der Dosis nicht abklingen, muss die Behandlung abgebrochen werden

    Εάν τα συμπτώματα δεν επιλυθούν έπειτα από την ελάττωση της δόσης, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " reduktion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "reduktion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη