Μετάφραση του "regnen" σε Ελληνικά

Οι βρέχω, βρέχει είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "regnen" σε Ελληνικά.

regnen verb γραμματική

wie aus Kübeln schütten (es) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βρέχω

    verb

    Ich hatte vor, heute an den Strand zu gehen, aber dann fing es an zu regnen.

    Σκόπευα σήμερα να πάω στην παραλία αλλά τότε άρχισε να βρέχει.

  • βρέχει

    verb

    Ich hatte vor, heute an den Strand zu gehen, aber dann fing es an zu regnen.

    Σκόπευα σήμερα να πάω στην παραλία αλλά τότε άρχισε να βρέχει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " regnen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "regnen"

Φράσεις παρόμοιες με "regnen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άρχισε να βρέχει
  • παρόλο που έβρεχε
  • βρέχει καρεκλοπόδαρα · βρέχει με το τουλούμι · ρίχνει καρεκλοπόδαρα
  • βρέχει καρεκλοπόδαρα · βρέχει με το τουλούμι · ρίχνει καρεκλοπόδαρα
  • άρχισε να βρέχει
  • βρέχει καρεκλοπόδαρα · βρέχει με το τουλούμι · ρίχνει καρεκλοπόδαρα
  • βρέχει
  • θα βρέξει; · λέτε να βρέξει; · λες να βρέξει;
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "regnen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη