Μετάφραση του "reichlich" σε Ελληνικά

Οι πλούσιος, άφθονος, αρκετά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reichlich" σε Ελληνικά.

reichlich adjective γραμματική

zig (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλούσιος

    adjective masculine

    Endlos fließend, half es den Leuten, reichlich Getreide anzubauen.

    Κυλώντας ασταμάτητα, βοήθησαν τους ανθρώπους να καλλιεργήσουν πλούσια σπαρτά.

  • άφθονος

    adjective masculine

    Aber sie bearbeiteten hauptsächlich den in jener Gegend reichlich vorkommenden Feuerstein und bauten so eine Steinwerkzeugkultur auf.

    Κυρίως χρησιμοποίησαν τον πυρόλιθο που ήταν άφθονος σ’ εκείνη την περιοχή, δημιουργώντας έναν πολιτισμό λίθινων εργαλείων.

  • αρκετά

    adjective interjection adverb

    Humankapital gibt es reichlich, allerdings ist es nicht qualifiziert und ineffizient verwaltet.

    Υπάρχουν αρκετοί ανθρώπινοι πόροι, ωστόσο δεν επιδιώκεται η αποτελεσματική εκπαίδευση και διαχείρισή τους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αρκετός
    • μπόλικος
    • παραπάνω
    • πληθωρικός
    • πλουσιοπάροχος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " reichlich " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "reichlich" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "reichlich" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη