Μετάφραση του "roh" σε Ελληνικά

Οι ωμός, ακατέργαστος, άξεστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "roh" σε Ελληνικά.

roh adjective γραμματική

ungehobelt (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ωμός

    adjective masculine

    Den kann man doch nicht roh essen.

    Δεv τρώγεται με τίπoτα ωμός.

  • ακατέργαστος

    adjective masculine

    Die Feuchtigkeit des rohen Korns darf 14 % nicht überschreiten.

    Ο ακατέργαστος σπόρος πρέπει να έχει υγρασία που δεν υπερβαίνει το 14 %.

  • άξεστος

    adjective masculine

    Ein roher Kerl, aber er hält die Fahne für uns hoch.

    Είναι άξεστος, ο Κέννι μας, αλλά κρατάει ψηλά τη σημαία μας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγροίκος
    • αδούλευτος
    • άγριος
    • άβραστος
    • ανεπεξέργαστος
    • άψητος
    • αμαγείρευτος
    • άγουρος
    • απότομος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " roh " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Roh
+ Προσθήκη

"Roh" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Roh στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

ROH
+ Προσθήκη

"ROH" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το ROH στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "roh" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "roh" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη