Μετάφραση του "saisonal" σε Ελληνικά

Το εποχιακός είναι η μετάφραση του "saisonal" σε Ελληνικά.

saisonal adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εποχιακός

    adjective

    — vielfältiges und saisonal unterschiedliches Angebot an frischen Erzeugnissen,

    — Ποικιλία της προσφοράς νωπών προϊόντων και εποχιακός χαρακτήρας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " saisonal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "saisonal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη