Μετάφραση του "salzhaltig" σε Ελληνικά

Οι αλατούχος, αλατώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "salzhaltig" σε Ελληνικά.

salzhaltig adjective γραμματική

Salz enthaltend.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλατούχος

    adjective masculine

    Salz enthaltend.

  • αλατώδης

    adjective masculine

    Salz enthaltend.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " salzhaltig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "salzhaltig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη