Μετάφραση του "schaffen" σε Ελληνικά

Οι δημιουργώ, καταφέρνω, πλάθω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schaffen" σε Ελληνικά.

schaffen verb γραμματική

schaffen (schwäb.) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δημιουργώ

    verb

    παράγω κτ., κάνω να υπάρξει κτ. που πριν δεν υπήρχε

    Melanie hat eine Idee, wie man eine Kunstsprache schaffen kann.

    Η Μέλανη έχει μια ιδέα, για το πώς να δημιουργήσει μια τεχνητή γλώσσα.

  • καταφέρνω

    verb

    Er hat es nur mit großer Mühe geschafft.

    Με το ζόρι το κατάφερε.

  • πλάθω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δημιουργία
    • επιτυγχάνω
    • κατορθώνω
    • κτίζω
    • πετυχαίνω
    • προλαβαίνω
    • αποκτώ
    • γεννώ
    • αντεπεξέρχομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schaffen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Schaffen
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δημιουργία

    noun

    Es muss darum gehen, Wohlstand für alle zu schaffen.

    Πρέπει να στοχεύουν στη δημιουργία ευημερίας για όλους.

Φράσεις παρόμοιες με "schaffen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schaffen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη