Μετάφραση του "schal" σε Ελληνικά
Οι μπαγιάτικος, στάσιμος, ξεθυμασμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schal" σε Ελληνικά.
schal
adjective
γραμματική
trocken (umgangssprachlich) [..]
-
μπαγιάτικος
adjective -
στάσιμος
-
ξεθυμασμένος
masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πλαδαρός
- σαχλός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " schal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Schal
noun
masculine
γραμματική
Ein langes schmales Tuch, das um den Hals getragen wird.
-
κασκόλ
noun neuterEin langes schmales Tuch, das um den Hals getragen wird.
Was tat Graces tote Mitbewohnerin mit dem Schal, den ich dir letztes Weihnachten schenkte?
Τι δουλειά είχε, η νεκρή συγκάτοικός της Γκρέις με το κασκόλ που σου έκανα δώρο πέρσι τα Χριστούγεννα?
-
σάλι
noun neuterDas ist der Schal, den Olly getragen hat, als er verschwunden ist.
Είναι το σάλι που φορούσε ο Όλι τη μέρα που εξαφανίστηκε.
Εικόνες με "schal"
Φράσεις παρόμοιες με "schal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σίγαση μικροφώνου
-
όστρακο
-
κασκόλ
-
κέλυφος · καβούκι · κύπελλο · μπολ · πιατέλα · τσόφλι · φλοιός · φλούδα · όστρακο
-
Σίγαση του δικού μου μικροφώνου
-
ανοίγω τη τηλεόραση
-
Σίγαση όλων των μικροφώνων εκτός του δικού μου
-
ανοίγω · αντιδρώ · βάζω · συνδέω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη