Μετάφραση του "schal" σε Ελληνικά

Οι μπαγιάτικος, στάσιμος, ξεθυμασμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schal" σε Ελληνικά.

schal adjective γραμματική

trocken (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπαγιάτικος

    adjective
  • στάσιμος

  • ξεθυμασμένος

    masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πλαδαρός
    • σαχλός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Schal noun masculine γραμματική

Ein langes schmales Tuch, das um den Hals getragen wird.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κασκόλ

    noun neuter

    Ein langes schmales Tuch, das um den Hals getragen wird.

    Was tat Graces tote Mitbewohnerin mit dem Schal, den ich dir letztes Weihnachten schenkte?

    Τι δουλειά είχε, η νεκρή συγκάτοικός της Γκρέις με το κασκόλ που σου έκανα δώρο πέρσι τα Χριστούγεννα?

  • σάλι

    noun neuter

    Das ist der Schal, den Olly getragen hat, als er verschwunden ist.

    Είναι το σάλι που φορούσε ο Όλι τη μέρα που εξαφανίστηκε.

Εικόνες με "schal"

Φράσεις παρόμοιες με "schal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη