Μετάφραση του "schaumig" σε Ελληνικά
Το αφρώδης είναι η μετάφραση του "schaumig" σε Ελληνικά.
schaumig
-
αφρώδης
adjective masculineBeim Anschnitt schaumiger Aspekt (winzige bis feine Luftblasen), jedoch kompakt, mit unregelmäßigen Hohlräumen, deren Größe vom Zucker- bis zum Reiskorn reicht.
Αφρώδης όψη στην τομή, ασθενώς έως ελαφρώς αραιού αλλά συμπαγούς αφρού, με ακανόνιστες οπές μεγέθους μεταξύ λεπτών κόκκων ζάχαρης και κόκκων ρυζιού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " schaumig " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη