Μετάφραση του "scheinbar" σε Ελληνικά
Οι προφανώς, φαινομενικός, μάλλον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "scheinbar" σε Ελληνικά.
scheinbar
adjective
adverb
γραμματική
scheinbar (umgangssprachlich) [..]
-
προφανώς
adverbAllein dem Schein nach.
Sie beschuldigen ihn wegen Bestechung an Beamten, und scheinbar haben sie Beweise.
Tον κατηγορούν για δωροδοκία και προφανώς έχουν αποδείξεις.
-
φαινομενικός
adjectiveDas Thermometer wird herausgenommen und der scheinbare Alkoholgehalt nach einer Minute abgelesen
Το θερμόμετρο απομακρύνεται και μετά από ένα λεπτό διαβάζεται στο αλκοολόμετρο ο φαινομενικός αλκοολικός τίτλος
-
μάλλον
adverbUnd scheinbar hat er das Gewehr nicht selbst hineingebracht.
Και μάλλον δεν έφερε το όπλο ο ίδιος.
-
εικονικός
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " scheinbar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "scheinbar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
το ξέρεις και το παραξέρεις
-
ξέρεις ακριβώς · ξέρεις καλύτερα απο το καθένα · ξέρεις πολύ καλά
-
Φαινόμενο μέγεθος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη