Μετάφραση του "schielen" σε Ελληνικά
Οι λοξοκοιτάζω, αλληθωρίζω, κρυφοκοιτάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schielen" σε Ελληνικά.
schielen
verb
γραμματική
einen Knick in der Optik haben (umgangssprachlich)
-
λοξοκοιτάζω
verb -
αλληθωρίζω
verb -
κρυφοκοιτάζω
-
στραβίζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " schielen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Schielen
neuter
Strabismus (fachsprachlich)
-
στραβισμός
noun masculineKrankheit
Johns größtes Handicap ist nicht das Schielen oder das Augenzittern, sondern seine extreme Kurzsichtigkeit.
Το δυσκολότερο πρόβλημα του Τζον δεν είναι ούτε ο στραβισμός ούτε ο νυσταγμός αλλά η πολύ μεγάλη μυωπία.
Εικόνες με "schielen"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη