Μετάφραση του "schneiden" σε Ελληνικά

Οι κόβω, τεμαχίζω, κόβομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schneiden" σε Ελληνικά.

schneiden verb γραμματική

schneiden (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόβω

    verb

    Einen Einschnitt erzeugen (Zum Beispiel mit einem Messer). [..]

    Ich schneide ihr Brot nicht in Scheiben.

    Δεν κόβω το ψωμί τους σε φέτες.

  • τεμαχίζω

    verb

    Das Erzeugnis muss eine feste Konsistenz haben und einfach zu schneiden sein.

    Το προϊόν πρέπει να έχει συνεκτική σύσταση και να τεμαχίζεται εύκολα.

  • κόβομαι

    Verb verb

    Ich nahm das Schreiben, und schnitt mich selbst mit dem Papier.

    και άρχισα να κόβομαι με το χαρτί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγνοώ
    • μοντάρω
    • σφίγγω
    • τέμνω
    • τσούζω
    • δέχομαι
    • κλαδεύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schneiden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Schneiden noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοπή

    noun

    Das Schneiden besorgen rotierende Greiffedermesser, die bis auf hunderttausendstel Millimeter genau gearbeitet sind.

    Η πραγματική κοπή επιτυγχάνεται με αλλεπάλληλες, περιστροφικές λεπίδες που επιτρέπουν ανοχή μέχρι ένα εκατομμυριοστό της ίντσας.

Εικόνες με "schneiden"

Φράσεις παρόμοιες με "schneiden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κομμένος
  • κόβομαι
  • αγνοώ · κατατομή · κοψιά · κούρεμα · κόψη · κόψιμο · μέσος όρος · μοντάζ · σχέδιο · σχήμα · τομή
  • αιχμηρός · διαπεραστικός · τσουχτερός
  • κομματιάζω
  • χρυσή τομή
  • γκόμενα · κούκλα · μπιφτέκι · μπριζόλα · σάντουιτς · φέτα
  • κοπή υδροχαρών ζιζανίων
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schneiden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη