Μετάφραση του "schottisch" σε Ελληνικά
Οι σκοτσέζικος, Σκοτσέζος, σκωτσέζικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schottisch" σε Ελληνικά.
schottisch
adjective
γραμματική
-
σκοτσέζικος
adjective -
Σκοτσέζος
adjective masculine -
σκωτσέζικος
adjectivedass die britische Aufklärung, oder die schottische Aufklärung
ότι ο Βρετανικός Διαφωτισμός ή ο Σκωτσέζικος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " schottisch " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "schottisch"
Φράσεις παρόμοιες με "schottisch" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σκωτική γλώσσα
-
Σκωτική γλώσσα
-
Σκωτική γλώσσα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη