Μετάφραση του "schwer" σε Ελληνικά

Οι βαρύς, δύσκολος, ακμαίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schwer" σε Ελληνικά.

schwer adjective γραμματική

vigelinsch (plattdt.) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαρύς

    adjective masculine

    Auf einen Körper bezogen: ein hohes Gewicht besitzend

    Die Kiste ist schwer.

    Το κουτί είναι βαρύ.

  • δύσκολος

    adjective masculine

    Es ist schwer, in dieser Stadt zu leben.

    Είναι δύσκολο να ζεις σ' αυτήν την πόλη.

  • ακμαίος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άσχημος
    • σκληρός
    • σοβαρός
    • χοντρός
    • δύσκολος-η-ο
    • σκληρή
    • αδέξιος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schwer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "schwer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schwer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη