Μετάφραση του "schwerreich" σε Ελληνικά

Το ματσωμένος είναι η μετάφραση του "schwerreich" σε Ελληνικά.

schwerreich Adjective γραμματική

was an den Füßen haben (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ματσωμένος

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schwerreich " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schwerreich" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη