Μετάφραση του "schwitzen" σε Ελληνικά

Οι ιδρώνω, ιδρώνω | ιδρώνω, ιδρώτας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schwitzen" σε Ελληνικά.

schwitzen verb γραμματική

Schweiß absondern.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδρώνω

    verb

    Schweiß absondern.

    Ich verlor weiter Gewicht und fing an nachts zu schwitzen.

    Εξακολουθούσα να χάνω βάρος και να ιδρώνω τη νύχτα.

  • ιδρώνω | ιδρώνω

    der Schweiß,-e: ο ιδρώτας

  • ιδρώτας

    noun masculine

    Er litt so sehr, dass er Blutstropfen schwitzte.

    Υπέφερε τόσο πολύ που έγινε ο ιδρώτας του θρόμβοι αίματος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schwitzen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Schwitzen noun Noun neuter γραμματική

Diaphorese (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εφίδρωση

    noun feminine

    Ich hoffe, unser Spiel bringt Sie nicht ins Schwitzen.

    Ελπίζω ότι η παρτιδούλα μας δε σας προκαλεί εφίδρωση.

  • Ιδρώτας

    Verringerung des Sehnenreflexes und vasomotorische Symptome wie Hitzewallungen, Schwitzen und Schlafstörungen

    εξασθένιση και ατροφία, μείωση των αντανακλαστικών των τενόντων και αγγειοκινητικά συμπτώματα όπως εξάψεις, ιδρώτας και διαταραχές του ύπνου

  • ίδρωμα

Φράσεις παρόμοιες με "schwitzen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schwitzen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη