Μετάφραση του "sessel" σε Ελληνικά

Οι πολυθρόνα, καρέκλα, Καρέκλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sessel" σε Ελληνικά.

sessel

Αυτόματες μεταφράσεις του " sessel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
+ Προσθήκη

"sessel" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το sessel στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Sessel noun masculine γραμματική

Bergère (antik) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολυθρόνα

    noun feminine

    Ich finde diesen Sessel nicht bequem.

    Δε νομίζω ότι αυτή η πολυθρόνα είναι άνετη.

  • καρέκλα

    noun feminine

    Έπιπλο που αποτελείται από κάθισμα, πόδια, στήριγμα για την πλάτη, ενίοτε και για τα μπράτσα, πάνω στο οποίο μπορεί κάποιος να καθίσει.

    Ich werde versuchen, zum nächsten Sessel zu kommen!

    Dan, θα προσπαθήσω να σκαρφαλώσω στην επόμενη καρέκλα.

  • Καρέκλα

    Lars war mit Klebeband an den Sessel gebunden.

    Lars ήταν δεμένο στο ότι η καρέκλα με κολλητική ταινία.

Εικόνες με "sessel"

Φράσεις παρόμοιες με "sessel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sessel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη