Μετάφραση του "setzen" σε Ελληνικά

Οι βάζω, θέτω, καθίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "setzen" σε Ελληνικά.

setzen verb γραμματική

seinen Hintern auf einen Stuhl quetschen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάζω

    verb

    Sie können zukunftsorientiert sein, sich selber Ziele setzen.

    Μπορεί να εστιάζεστε στο μέλλον, να βάζετε στόχους.

  • θέτω

    verb

    Die Kommission hat sich die Erweiterung bereits zu Beginn ihrer Amtszeit als vorrangiges Ziel gesetzt.

    Αμέσως μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά της, η παρούσα Επιτροπή έθεσε ως απόλυτη προτεραιότητα την επιτυχία της διεύρυνσης.

  • καθίζω

    verb

    Tom setzte sich neben Mary.

    Ο Τομ κάθισε δίπλα Μαίρη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φορώ
    • περνώ
    • πηδώ
    • ποντάρω
    • σηκώνω
    • στήνω
    • στοιχηματίζω
    • φυτεύω
    • κάθομαι
    • αναθέτω
    • στοιχειοθετώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " setzen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Setzen

Übersetzungswort für den dtsch. Begriff

+ Προσθήκη

"Setzen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Setzen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "setzen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "setzen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη