Μετάφραση του "sinnvoll" σε Ελληνικά

Οι γεμάτος νόημα, λογικός, με νόημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sinnvoll" σε Ελληνικά.

sinnvoll adjective γραμματική

gescheit (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γεμάτος νόημα

    Es ist vielmehr ein ausgeglichener und sinnvoller Lebensweg.

    Μάλλον είναι ένας ισορροπημένος και γεμάτος νόημα τρόπος ζωής.

  • λογικός

    adjective noun

    Die gesetzliche Regelung ist daher nunmehr sinnvoll und kohärent.

    Επομένως, η νομοθετική ρύθμιση είναι πλέον λογική και συνεπής.

  • με νόημα

    Ja, wenn Ältere sinnvolle Arbeit zu verrichten haben, leben sie auf.

    Πράγματι, όταν οι ηλικιωμένοι έχουν να κάνουν κάποιο έργο με νόημα, τότε ανθούν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σκόπιμος
    • χρήσιμος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sinnvoll " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sinnvoll" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη